Meaning of αντίτυπο | Babel Free
/anˈdi.ti.po/Ορισμοί
- το πανομοιότυπο αντίγραφο (ένα από τα πολλά) ενός βιβλίου, περιοδικού, εφημερίδας κ.λπ.
-
αντίγραφο figuratively
Ισοδύναμα
English
copy
Παραδείγματα
“Αγόρασα ένα αντίτυπο της εφημερίδας μου σήμερα το πρωί.”
I bought a copy of my paper this morning.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.