αντήλιο
Ορισμοί
αυτό που προστατεύει από τον ήλιο, που ρίχνει σκιά ώστε να δει κάποιος καλύτερα, πχ. ένα χέρι στο μέτωπο
Παραδείγματα
“※ Απ’ την ταράτσα του ακραίου σπιτιού, που πρόβαλε σαν καστέλι, η Θωμαή Δελόγγη εξέταζε το πέλαγος με το χέρι αντήλιο. (Τάσος Αθανασιάδης (1969) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free