αντέκταση
Ορισμοί
η μετατροπή ενός βραχύχρονου φωνήεντος που βρίσκεται πριν από ορισμένο συμφωνικό σύμπλεγμα (π.χ. ντ, νς), στο αντίστοιχο μακρό ή στη νόθο δίφθογγο ου, αφού προηγηθεί απλοποίηση ή και πλήρης αποβολή του συμπλέγματος
Ισοδύναμα
7 more languages
Παραδείγματα
“έχουμε αντέκταση στο παράδειγμα τοῖς λέοντ-σι > τοῖς λέου-σι (δοτική πληθυντικού του ουσιαστικού ὁ λέων)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free