Σημασία του αντέκταση | Babel Free
Ορισμοί
η μετατροπή ενός βραχύχρονου φωνήεντος που βρίσκεται πριν από ορισμένο συμφωνικό σύμπλεγμα (π.χ. ντ, νς), στο αντίστοιχο μακρό ή στη νόθο δίφθογγο ου, αφού προηγηθεί απλοποίηση ή και πλήρης αποβολή του συμπλέγματος
Ισοδύναμα
Deutsch
Ersatzdehnung
Ελληνικά
αναπληρωματική έκταση
English
compensatory lengthening
Español
alargamiento compensatorio
Français
allongement compensatoire
日本語
代償延長
한국어
보상적 장음화
Polski
wzdłużenie zastępcze
Παραδείγματα
“έχουμε αντέκταση στο παράδειγμα τοῖς λέοντ-σι > τοῖς λέου-σι (δοτική πληθυντικού του ουσιαστικού ὁ λέων)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free