HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανοϊκός

Επίθετο θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. ασθενής που χάνει λόγω γήρατος ή άλλης παθολογίας την επαφή με την πραγματικότητα και αδυνατεί να ερμηνεύσει τα ερεθίσματα που δέχεται ή να εκφράσει όσα αισθάνεται ο ίδιος
  2. ο χαζός, ο άνους (συνηθέστερα για έργο ή εκδήλωση)
    figuratively, formal

Ισοδύναμα

20 more languages

Παραδείγματα

“ο ανοϊκός άνθρωπος μπορεί να πάσχει είτε από γεροντική είτε από προγεροντική άνοια”
“(σχεδόν πάντα μα όχι αποκλειστικά αφορά πάσχοντα από Alzheimer)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανοϊκός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free