HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανοϊκός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. ασθενής που χάνει λόγω γήρατος ή άλλης παθολογίας την επαφή με την πραγματικότητα και αδυνατεί να ερμηνεύσει τα ερεθίσματα που δέχεται ή να εκφράσει όσα αισθάνεται ο ίδιος
  2. ο χαζός, ο άνους (συνηθέστερα για έργο ή εκδήλωση)
    figuratively, formal

Παραδείγματα

“ο ανοϊκός άνθρωπος μπορεί να πάσχει είτε από γεροντική είτε από προγεροντική άνοια”
“(σχεδόν πάντα μα όχι αποκλειστικά αφορά πάσχοντα από Alzheimer)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανοϊκός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course