Meaning of ανοϊκός | Babel Free
Ορισμοί
- ασθενής που χάνει λόγω γήρατος ή άλλης παθολογίας την επαφή με την πραγματικότητα και αδυνατεί να ερμηνεύσει τα ερεθίσματα που δέχεται ή να εκφράσει όσα αισθάνεται ο ίδιος
-
ο χαζός, ο άνους (συνηθέστερα για έργο ή εκδήλωση) figuratively, formal
Παραδείγματα
“ο ανοϊκός άνθρωπος μπορεί να πάσχει είτε από γεροντική είτε από προγεροντική άνοια”
“(σχεδόν πάντα μα όχι αποκλειστικά αφορά πάσχοντα από Alzheimer)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.