Meaning of ανισο- | Babel Free
Ορισμοί
πρώτο συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη την έννοια της ανισότητας, της ανομοιότητας ή της διαφορετικότητας
Ισοδύναμα
English
aniso-
Παραδείγματα
“ανισο- (aniso-) + πάχος (páchos, “thickness”) → ανισόπαχος (anisópachos, “of unequal thickness”)”
“ανισοϋψής”
“ανισόρροπος”
“ανισεπίπεδος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.