Σημασία του ανοιχτο- | Babel Free
a.ni.xtoΟρισμοί
αʹ συνθετικό που δηλώνει ελευθερία, διαύγεια ή φωτεινότητα —είτε κυριολεκτικά (ως προς χρώμα ή σώμα), είτε μεταφορικά (ως προς χαρακτήρα ή σκέψη)
Παραδείγματα
“ανοιχτοχέρης”
“ανοιχτόχρωμος”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free