Meaning of ανθο- | Babel Free
/an.θo/Ορισμοί
- το ουσιαστικό άνθος ως πρώτο συνθετικό σε λέξεις που εκφράζουν
- σχέση με λουλούδι (άνθος) ή αναφορά σ' αυτό, ιδίως σε λέξεις επιστημονικής ορολογίας
- ομοιότητα του δεύτερου συνθετικού με λουλούδι, σε λέξεις επιστημονικής ορολογίας
- ότι το δεύτερο συνθετικό είναι πρώτης ποιότητας, ή το καλύτερο μέρος μιας ομάδας πραγμάτων
Παραδείγματα
“ανθοφορία”
“ανθοβράγχια”
“ανθάκανθος (αγκάθι που έχει χαρακτηριστκά άνθους)”
“ανθόγαλα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.