ανθεκτική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθεκτικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η νέα ποικιλία είναι ανθεκτική στις ασθένειες.”
The new variety is resistant to diseases.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free