HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανεκτίμητο

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του ανεκτίμητος
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανεκτίμητος
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Το δαχτυλίδι της γιαγιάς είναι ανεκτίμητο.”

Grandma's ring is priceless.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανεκτίμητο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free