ανατοξίνη
Ορισμοί
βακτηριακή τοξίνη, (ή εξωτοξίνη), με πολύ περιορισμένη τοξικότητα που συμβάλλει στην παραγωγή αντισωμάτων και στην εμφάνιση ανοσίας σε ορισμένες ασθένειες και χρησιμοποιείται κυρίως στα εμβόλια
Ισοδύναμα
4 more languages
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free