αναπνοές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπνοή
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Πήρε βαθιές αναπνοές για να ηρεμήσει πριν την ομιλία.”
He took deep breaths to calm down before the speech.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free