Meaning of ανέμη | Babel Free
/aˈne.mi/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ανέμης)
- κάθετος ιστός ή και πλάγιος για να τυλίγεται το νήμα, παλιότερα ξύλινος και περιστρεφόμενος
- συνώνυμο του ανεμότρατα στη σημασία: δίχτυ ανεμότρατας
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.