Σημασία του ανέβηκες | Babel Free
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
Παραδείγματα
“Ανέβηκες πολύ γρήγορα τη σκάλα και ζαλίστηκες.”
You climbed the stairs too fast and got dizzy.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free