HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανάσκελα | Babel Free

Adverb CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

για άνθρωπο που είναι ξαπλωμένος σε μια επιφάνεια, με την πίσω πλευρά του σώματος να εφάπτεται σε αυτήν, σε ύπτια θέση

Παραδείγματα

“※ Πέφτει ανάσκελα κι' αποκοιμιέται με το φως αναμμένο. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανάσκελα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course