Meaning of ανάσαση | Babel Free
Ορισμοί
ανακούφιση, έμπρακτη ή συναισθηματική παροχή στήριξης
Παραδείγματα
“※ Ἄλλός σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,”
“ἀλλ' ἀνάσασι καμμιά·”
“ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια”
“καὶ σὲ γέλασε φρικτά.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.