Meaning of αμφίφυλος | Babel Free
Ορισμοί
άτομο ή οργανισμός που φέρει σωματικά ή λειτουργικά γνωρίσματα και του αρσενικού και του θηλυκού φύλου, σε βαθμό φυσιολογικό ή παθολογικό
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.