αμφίφυλος
Ορισμοί
άτομο ή οργανισμός που φέρει σωματικά ή λειτουργικά γνωρίσματα και του αρσενικού και του θηλυκού φύλου, σε βαθμό φυσιολογικό ή παθολογικό
Ισοδύναμα
21 more languages
Bosanskibi
Češtinabisexuální
Gàidhligdà-ghnèitheach
עבריתביסקסואלי
हिन्दीउभयलिंगी
Hrvatskibi
Italianobisessuale
日本語両性的
Nederlandsbiseksueel
Portuguêsbissexual
Српскиbi
Türkçebiseksüel
Українськабісексуальний
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free