Meaning of αμινάλη | Babel Free
/a.miˈna.li/Ορισμοί
αζωτούχα οργανική χημική ένωση που φέρει στο μόριό ως χαρακτηριστική ομάδα δύο αμινομάδες που συνδέονται με το ίδιο άτομο άνθρακα και με μοριακό τύπο -C(NR₂)(NR₂)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.