αμανίκωτος
Ορισμοί
- χωρίς μανίκια
-
χωρίς λαβή figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Μια κυρία της 3ης χιλιετίας φορούσε ένα φόρεμα μα κωδωνόσχημη φούστα και αμανίκωτο μπούστο (κορσάζ), που άφηνε ακάλυπτο το στήθος, ξεχειλωτό τον αυχένα. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free