αμέτρητες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέτρητη
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Είδαμε αμέτρητες φωτεινές πινακίδες στην πόλη το βράδυ.”
We saw countless bright signs in the city at night.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free