Meaning of αλκύλιο | Babel Free
Ορισμοί
μονοσθενές κορεσμένο τμήμα υδρογονάνθρακα που προκύπτει από την απομάκρυνση ενός ατόμου υδρογόνου από έναν αλκάνιο και έχει γενικό τύπο CₙH₂ₙ₊₁−
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.