Meaning of αλευρικό | Babel Free
Ορισμοί
- δοχείο κουζίνας που τοποθετείται αλεύρι (όπως π.χ. λαδικό)
- το αλευροκόσκινο (σε κάποιες περιπτώσεις χρήσης)
- ιδιαίτερο κελί μοναστηριού που χρησιμοποιείται ως αλευραποθήκη
-
η παρακαταθήκη αλεύρων ενός σπιτιού idiomatic
- ζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.