HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλευρικό | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. δοχείο κουζίνας που τοποθετείται αλεύρι (όπως π.χ. λαδικό)
  2. το αλευροκόσκινο (σε κάποιες περιπτώσεις χρήσης)
  3. ιδιαίτερο κελί μοναστηριού που χρησιμοποιείται ως αλευραποθήκη
  4. η παρακαταθήκη αλεύρων ενός σπιτιού
    idiomatic
  5. ζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλευρικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course