Meaning of αλεξι- | Babel Free
/ˈaleksi/Ορισμοί
- σε λόγιες λέξεις, ως πρώτο συνθετικό σημαίνει απώθηση, απομάκρυνση κάποιου κακού το οποίο δηλώνεται με το δεύτερο συνθετικό
- αλεξήλιο
- αλεξήνεμο
- αλεξήνεμος
- αλεξιανέμιο
- αλεξιβάσκανο
- αλεξιβρόχι, αλεξιβρόχιο, αλεξίβροχο
- αλεξίβροχος
- αλεξιθόρυβος (επίθετο)
- αλεξίκακος
- αλεξικέραυνο, (αλεξικέραυνος)
- αλεξίκροτος
- αλεξίλυπος
- αλεξίπονος
- αλεξιπτωτισμός
- αλεξιπτωτιστής, αλεξιπτωτίστρια
- αλεξιπτωτιστικός
- αλεξίπτωτο
- αλεξίπυρο
- αλεξίπυρος
- αλεξίσφαιρος
- αλεξιφάρμακο
- αλεξίφλογο
- αλεξίφωτο
- αλεξίφωτος
Παραδείγματα
“αλεξι- (alexi-) + σφαίρα (sfaíra, “bullet”) → αλεξίσφαιρος (alexísfairos, “bulletproof”)”
“αλεξι- (alexi-) + πτώση (ptósi, “fall”) → αλεξίπτωτο (alexíptoto, “parachute”)”
“αλεξι- (alexi-) + κεραυνός (keravnós, “thunderbolt”) → αλεξικέραυνο (alexikéravno, “lightning rod”)”
“αλεξι- (alexi-) + πυρ (pyr, “fire”) → αλεξίπυρος (alexípyros, “fireproof”)”
“αλεξικέραυνο”
“Αλέξανδρος”
“αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρος”
“σε παρωχημένες λόγιες λέξεις, όπως αλεξιβρόχιο, αλεξίλυπος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.