HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλεξι- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈaleksi/

Ορισμοί

  1. σε λόγιες λέξεις, ως πρώτο συνθετικό σημαίνει απώθηση, απομάκρυνση κάποιου κακού το οποίο δηλώνεται με το δεύτερο συνθετικό
  2. αλεξήλιο
  3. αλεξήνεμο
  4. αλεξήνεμος
  5. αλεξιανέμιο
  6. αλεξιβάσκανο
  7. αλεξιβρόχι, αλεξιβρόχιο, αλεξίβροχο
  8. αλεξίβροχος
  9. αλεξιθόρυβος (επίθετο)
  10. αλεξίκακος
  11. αλεξικέραυνο, (αλεξικέραυνος)
  12. αλεξίκροτος
  13. αλεξίλυπος
  14. αλεξίπονος
  15. αλεξιπτωτισμός
  16. αλεξιπτωτιστής, αλεξιπτωτίστρια
  17. αλεξιπτωτιστικός
  18. αλεξίπτωτο
  19. αλεξίπυρο
  20. αλεξίπυρος
  21. αλεξίσφαιρος
  22. αλεξιφάρμακο
  23. αλεξίφλογο
  24. αλεξίφωτο
  25. αλεξίφωτος

Παραδείγματα

“αλεξι- (alexi-) + σφαίρα (sfaíra, “bullet”) → αλεξίσφαιρος (alexísfairos, “bulletproof”)”
“αλεξι- (alexi-) + πτώση (ptósi, “fall”) → αλεξίπτωτο (alexíptoto, “parachute”)”
“αλεξι- (alexi-) + κεραυνός (keravnós, “thunderbolt”) → αλεξικέραυνο (alexikéravno, “lightning rod”)”
“αλεξι- (alexi-) + πυρ (pyr, “fire”) → αλεξίπυρος (alexípyros, “fireproof”)”
“αλεξικέραυνο”
“Αλέξανδρος”
“αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρος”
“σε παρωχημένες λόγιες λέξεις, όπως αλεξιβρόχιο, αλεξίλυπος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλεξι- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course