Meaning of αλεξία | Babel Free
Ορισμοί
- νευρολογική διαταραχή κατά την οποία το άτομο, ενώ έχει διατηρήσει την όραση και τη νοητική του λειτουργία, αδυνατεί να διαβάσει ή να κατανοήσει γραπτό λόγο εξαιτίας εγκεφαλικής βλάβης ή αναπτυξιακής ανωμαλίας
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο όνομα
- χαϊδευτικό από το Αλεξάνδρα
Ισοδύναμα
English
alexia
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.