Meaning of Αλβανός | Babel Free
/al.vaˈnos/Ορισμοί
-
ο Αλβανός adjective
- o κάτοικος της Αλβανίας, ο αλβανικής εθνικότητας, ή που έχει την αλβανική ιθαγένεια
- ανδρικό επώνυμο
-
το χαμηλής ποιότητας χασίσι που προέρχεται από την Αλβανία ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) slang
Ισοδύναμα
English
Albanian
Παραδείγματα
“※ Ο Ραϋμόνδος Αλβανός γεννήθηκε στην Αθήνα […] και από το 2002 διδάσκει, ως επιστημονικός συνεργάτης, στο τμήμα Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας […] του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.