Meaning of αλατο- | Babel Free
Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη τη σημασία του αλατιού ή των αλάτων
Παραδείγματα
“αλατοπίπερο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.