αλαζονική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαζονικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είχε μια αλαζονική στάση απέναντι στους συναδέλφους της.”
She had an arrogant attitude toward her colleagues.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free