Σημασία του αλάτωση | Babel Free
Ορισμοί
η φυσική ή ανθρωπογενής διαδικασία συσσώρευσης αλάτων σε έδαφος ή υδάτινο σώμα, η οποία αλλοιώνει τη χημική σύστασή τους και περιορίζει τη γεωργική ή οικολογική τους χρήση
Ισοδύναμα
Deutsch
Versalzung
Ελληνικά
υφαλμύρωση
English
salinization
Français
salinisation
Nederlands
verzilting
Română
salinizare
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free