Meaning of αλάτωση | Babel Free
Ορισμοί
η φυσική ή ανθρωπογενής διαδικασία συσσώρευσης αλάτων σε έδαφος ή υδάτινο σώμα, η οποία αλλοιώνει τη χημική σύστασή τους και περιορίζει τη γεωργική ή οικολογική τους χρήση
Ισοδύναμα
English
salinization
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.