Meaning of ακυρωθείς | Babel Free
/a.ci.ɾoˈθis/Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου (ακυρώθηκα) του ρήματος ακυρώνω: που ακυρώθηκε (ακυρωμένος, που έχει ακυρωθεί formal
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (ακυρωθώ) παθητικής φωνής του ακυρώνω
Παραδείγματα
“οι ακυρωθείσες αποφάσεις του συμβουλίου..”
“υποχρέωση ανάκλησης ατομικών διοικητικών πράξεων όμοιων με ακυρωθείσα πράξη”
“τα ακυρωθέντα πιστοποιητικά/διαβατήρια/επίσημα έγγραφα”
“τα ακυρωθέντα γκόλ του Μεξικού”
“ακυρωθέντες διαγωνισμού”
“άλλες μορφές: ακυρωθέντας με νεότερες καταλήξεις”
“να, ας, αν, ίσως, ... ακυρωθείς (για την υποτακτική αορίστου)”
“θα ακυρωθείς (για τον στιγμιαίο μέλλοντα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.