HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακτήμων | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. που δεν έχει κτηματική περιουσία
    formal
  2. εκείνος που δεν έχει καμία κτήση, ακίνητη περιουσία, κανένα διαμέρισμα
    figuratively, formal

Παραδείγματα

“Ακτήμονες αγρότες εναντίον εταιριών βιοτεχνολογίας (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 17 Μάρτη 2006)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακτήμων used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course