Σημασία του ακρυλικός | Babel Free
a.kri.liˈkosΟρισμοί
- που έχει σχέση ή προέρχεται από το ακρυλικό οξύ, χημική οργανική ένωση ακόρεστων οξέων
- ακρυλικό
Ισοδύναμα
Deutsch
Acrylfaser
Ελληνικά
ακρυλικό
Español
acrílico
Gaeilge
aicrileach
Português
acrílico
Română
acrilic
Türkçe
akrilik
Українська
акриловий
Παραδείγματα
“ακρυλική ίνα: ίνα συνθετικού υφάσματος”
“ακρυλική ρητίνη”
“Τα ακρυλικά υλικά για ζωγραφική είναι από καιρό γνωστά· είναι απίστευτα δυνατό και σταθερό υλικό, μπορεί να δημιουργήσει ένα μεγάλο αριθμό χρωματικών αποχρώσεων και είναι επίσης εύκολο στη χρήση”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free