ακουολογία
Ορισμοί
επιστημονικός κλάδος που εξετάζει τη φυσιολογία και παθολογία της ακοής, καθώς και τις συνέπειες των ακουστικών διαταραχών (κώφωση, βαρηκοΐα) στην επικοινωνία και την ποιότητα ζωής
Ισοδύναμα
14 more languages
DeutschAudiologie
Ελληνικάακοολογία
Gaeilgeéisteolaíocht
Italianoaudiologia
한국어청능학
Nederlandsaudiologie
Polskiaudiologia
Portuguêsaudiologia
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free