ακεκλιδίνη
Ορισμοί
συνθετική ουσία που χρησιμοποιείται ως τοπικό οφθαλμικό φάρμακο για τη θεραπεία του γλαυκώματος καθώς και για τη βελτίωση της όρασης σε περιπτώσεις πρεσβυωπίας
Ισοδύναμα
Englishaceclidine
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free