Σημασία του ακίνδυνη | Babel Free
aˈcin.ði.niΟρισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακίνδυνος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η δόση του φαρμάκου είναι εντελώς ακίνδυνη.”
The dose of the medicine is completely harmless.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free