Meaning of αιδοίο | Babel Free
/e.ˈði.o/Ορισμοί
- τα εξωτερικά γεννητικά όργανα της γυναίκας
-
το πέος και οι όρχεις formal, plural
Ισοδύναμα
English
Vulva
Παραδείγματα
“τα χείλη του αιδοίου”
“≈ συνώνυμα: γατάκι, κουλούρι, μουνί, πιπί, πράμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.