Meaning of αθανασία | Babel Free
/a.θa.naˈsi.a/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο όνομα, θηλυκό του Αθανάσιος
- η ιδιότητα του να είναι κανείς αθάνατος
Παραδείγματα
“※ Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία. (Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.