HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αθανασία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/a.θa.naˈsi.a/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γυναικείο όνομα, θηλυκό του Αθανάσιος
  3. η ιδιότητα του να είναι κανείς αθάνατος

Παραδείγματα

“※ Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία. (Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αθανασία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course