αηδιαστικά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδιαστικό
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα σκουπίδια στην πλατεία ήταν πραγματικά αηδιαστικά.”
The garbage in the square was really disgusting.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free