HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αζερικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈze.ɾi.kos/

Ορισμοί

  1. άλλη μορφή του αζερικός
  2. ο σχετικός με το έθνος των Αζέρων, με το Αζερμπαϊτζάν ή τη γλώσσα τους

Ισοδύναμα

English Azerbaijani

Παραδείγματα

“※ Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα της Ε.Ε. στην οποία πωλήθηκε αζέρικο φυσικό αέριο, και το Μπακού θεωρεί ότι πρόκειται για το πρώτο βήμα στο άνοιγμά του προς την αγορά της Ε.Ε.”
“※ Το Αζερμπαϊτζάν θα καταστρέψει στρατιωτικούς στόχους στο εσωτερικό της Αρμενίας, απ’ όπου η δεύτερη εκτοξεύει πυρά εναντίον αζερικών πόλεων, δήλωσε σήμερα σύμβουλος του αζέρου προέδρου, Ιλχάμ Αλίεφ.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αζερικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course