αεροβόλο
Ορισμοί
όπλο που εκτοξεύει βολίδα με χρήση πεπιεσμένου αέρα
Ισοδύναμα
16 more languages
Češtinavzduchovka
Danskluftgevær
Suomiilma-ase
Gaeilgeaerghunna
עבריתרובה אוויר
日本語空気銃
한국어공기총
Polskiwiatrówka
Românăarmă cu aer comprimat
ไทยปืนลม
中文氣槍
繁體中文氣槍
Παραδείγματα
“Το παιδί έπαιζε με ένα αεροβόλο στην αυλή.”
The child was playing with an air gun in the yard.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free