Meaning of αεριόφως | Babel Free
/a.e.ɾiˈo.fos/Ορισμοί
- φως που παράγεται από το φωταέριο
-
το ίδιο το φωταέριο figuratively
Παραδείγματα
“※ πριν διαδοθή ευρέως η περίφημος ηλεκτρική λυχνία του Έντισον, εχρησιμοποιούντο άλλαι φωτιστικαί μέθοδοι και συγκεκριμένως το πετρέλαιον, τα διαφόρων ειδών φυτικά έλαια και το αεριόφως («Πότε εισήχθη το αεριόφως», Ο Ήλιος [εβδομαδιαίο περιοδικό] αρ. 14 (7 Οκτωβρίου 1939), σ. 2)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.