HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αειφορία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.i.foˈɾi.a/

Ορισμοί

διαχείριση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων ώστε να διασφαλίζεται η συνέχισή τους στο μέλλον

Ισοδύναμα

English sustainability

Παραδείγματα

“※ συνειδητοποιήθηκε παγκόσμια ότι ήταν απαραίτητη μία νέα προσέγγιση του προβλήματος και της σχέσης οικονομίας – περιβάλλοντος και ανθρώπου – περιβάλλοντος, μία προσέγγιση συστημική που θα στηριζόταν στη διάρκεια αυτής της σχέσης και η οποία εκφράστηκε με μία νέα έννοια, αυτή της αειφορίας ή βιώσιμης ανάπτυξης 5 (Σημ. 5: Με την ορολογία «αειφορία» ή «βιώσιμη ανάπτυξη» (σντμ. «βιωσιμότητα») αποδίδουμε στα ελληνικά τους αγγλικούς όρους “sustainability” ή “sustainable development”) , Η έννοια της αειφορίας και η ενσωμάτωσή της στο εθνικό θεσμικό πλαίσιο, Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, www.ekdd.gr, σελ.5 (https://www.ekdd.gr/ekdda/files/ergasies_esdd/13/2/425.pdf)”
“※ Η έννοια της αειφορίας απασχολεί όλο και περισσότερο τις σύγχρονες επιχειρήσεις, οι οποίες προσπαθούν να προσαρμοστούν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Για το λόγο αυτό, ακολουθούν συγκεκριμένες κατευθύνσεις και πρότυπα διαχείρισης, στοχεύοντας στους τρεις πυλώνες της αειφορίας, οικονομία, κοινωνία και περιβάλλον. (Βακαλοπούλου, Κωνσταντίνα, Παράγοντες και Πρακτικές Αειφορίας σε Βιομηχανικές Επιχειρήσεις, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Πειραιά, 2024 https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/15564)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αειφορία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course