Meaning of αδελφο- | Babel Free
/a.ðel.fo/Ορισμοί
λογιότερη μορφή του αδερφο-: αʹ συνθετικό σύνθετης λέξης που σχετίζεται με τον αδελφό ή με αδελφική σχέση
Παραδείγματα
“αδελφοκτόνος (και αδερφοκτόνος)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.