Σημασία του αγχωτική | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγχωτικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είχε μια αγχωτική εβδομάδα γεμάτη προθεσμίες.”
She had a stressful week full of deadlines.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free