Meaning of αγκώνας | Babel Free
/[aŋˈɡonas]/Ορισμοί
- η εξωτερική γωνία της άρθρωσης μεταξύ βραχίονα και πήχη
- το τμήμα του ρούχου που καλύπτει τον αγκώνα
Ισοδύναμα
English
elbow
Παραδείγματα
“※ Η Μαρία έσκυψε απάνω απ' το τραπέζι κι έριξε πάλι το βάρος του κορμού της στους αγκώνες της. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)”
“Το σακάκι του παππού ήταν τριμμένο στους αγκώνες.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.