αγκαλίτσες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαλίτσα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Η γιαγιά μοιράζει αγκαλίτσες στα εγγόνια της.”
Grandma gives out little hugs to her grandchildren.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free