Meaning of αγιορείτικος | Babel Free
/a.ʝoˈɾi.ti.kos/Ορισμοί
-
λόγια μορφή του αγιορείτικος formal
- που προέρχεται από ή ανήκει ή αναφέρεται στο Άγιο Όρος
Παραδείγματα
“η αγιορείτικη παράδοση, το αγιορείτικο κρασί”
“αγιορειτικός μοναχισμός”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.