Meaning of αγιορειτικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγιορείτικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του αγιορειτικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αγιορείτικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του αγιορειτική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγιορείτικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του αγιορειτικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.