Meaning of αγερμός | Babel Free
/a.ʝeɾˈmos/Ορισμοί
- έθιμο επίσκεψης σε σπίτια σε ημέρες εορτών για να τραγουδηθούν κάλαντα και να δοθούν ευχές
-
τα άσματα, τα κάλαντα του εθίμου figuratively, plural
Παραδείγματα
“※ Πρόκειται για έθιμα συμποσίου στα μνήματα των νεκρών την εβδομάδα της Πεντηκοστής (το Ψυχοσάββατο πριν την Πεντηκοστή) αλλά και σε άλλα εποχικά/εορταστικά συμφραζόμενα κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης, αντιλήψεις για την εμφάνιση των νεκρών, βλαπτικών νεράιδων, πνευμάτων των λιμνών, καθώς και εκστατικοί χοροί, μεταμφιέσεις και αγερμοί.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.