HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγγελάκι | Babel Free

Noun CEFR B2
/aŋ.ɟeˈla.ci/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Αγγελάκις
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Αγγελάκις
    accusative, genitive, singular, vocative
  3. το αγγελούδι

Παραδείγματα

“※ Και φούμα φούμα στα βοτσαλάκια / αγίους έβλεπα και αγγελάκια. / Και φούμα φούμα στη Φρεαττύδα / ότι μ’ αγάπαγες, άπιστη, είδα. (Και φούμα φούμα, στίχοι: Πυθαγόρας, μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος, εκτέλεση: Τάκης Μπίνης, 1996)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγγελάκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course