Meaning of αγγείωμα | Babel Free
/aŋˈɟi.o.ma/Ορισμοί
καλόηθες νεοπλασματικό μόρφωμα από τριχοειδή αγγεία που πολλαπλασιάζονται τοπικά και σχηματίζουν ένα πυκνό πλέγμα, αυξάνοντας έτσι και τη ροή του αίματος σε εκείνο το σημείο
Ισοδύναμα
English
angioma
Παραδείγματα
“※ Μεταξύ των λιγότερο σημαντικών γενετικών ανωμαλιών εμφανιζόταν συχνά το αγγείωμα- πρόκειται για καλοήθεις όγκους που αποτελούνται από μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία και παρουσιάζονται στην επιφάνεια του δέρματος.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.