Meaning of Αγαύη | Babel Free
/aˈɣa.vi/Ορισμοί
- γένος μονοκοτυλήδονων φυτών, γνωστά και ως αθάνατοι
- γυναικείο όνομα
- κόρη του Κάδμου και μητέρα του Πενθέα· ηρωίδα της τραγωδίας του Ευριπίδη "Βάκχες"
Παραδείγματα
“※ Δύο είναι κυρίως οι λόγοι που τροφοδότησαν την προτίμηση στην αγαύη: Από τη μία οι ανθεκτικές καλλιέργειες χωρίς μεγάλη ανάγκη νερού, από την άλλη η διογκούμενη, μετά την πανδημία του κορωνοϊού, τάση για αλκοολούχα υψηλής ποιότητας.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.